Στο τραπέζι του διαλόγου Βόρεια και Νότια Κορέα για πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια

28



Την ερχόμενη Τρίτη, σε ένα κτίριο στο Πανμουντζόμ, το συνοριακό χωριό στο οποίο υπογράφτηκε η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στον πόλεμο της Κορέας (1950-53), διαπραγματευτές από τη Σεούλ και την Πιονγκγιάνγκ, θα καθίσουν ξανά στο τραπέζι του διαλόγου για πρώτη φορά μετά τον Δεκέμβριο του 2015.

Το ραντεβού κλείστηκε την περασμένη Παρασκευή, όταν η βορειοκορεατική πλευρά απάντησε στα επίμονα τηλεφωνήματα των υπαλλήλων του υπουργείου Ενοποίησης της Νότιας Κορέας, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια τηλεφωνούν στην άλλη πλευρά των συνόρων κάθε μέρα, πρωί και απόγευμα.

Το γεγονός ότι ο Βορράς σήκωσε το τηλέφωνο την περασμένη εβδομάδα, δημιούργησε κλίμα αισιοδοξίας στη νότια πλευρά της Χερσονήσου, που ευελπιστεί να επιτευχθεί αποκλιμάκωση της έντασης, που έχει δημιουργηθεί με φόντο το πυραυλικό και πυρηνικό πρόγραμμα της Πιονγκγιάνγκ.

Στα δύο χρόνια επιδείνωσης του κλίματος στην περιοχή, η Βόρεια Κορέα πραγματοποίησε τρεις νέες πυρηνικές δοκιμές και πολλαπλασίασε τις εκτοξεύσεις πυραύλων.

Σήμερα δηλώνει πως έχει επιτύχει τον στρατιωτικό σκοπό της: να μπορεί να απειλήσει με πυρηνικά πυρά το σύνολο του αμερικανικού ηπειρωτικού εδάφους.

Ο Βορειοκορεάτης ηγέτης Κιμ Γιονγκ-Ουν το επανέλαβε τη Δευτέρα στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του και προειδοποίησε πως έχει μόνιμα κοντά του το πυρηνικό «κουμπί». Όμως εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και για να τείνει το χέρι στον Νότο, γεγονός σπάνιο, και να αναφερθεί στο ενδεχόμενο συμμετοχής Βορειοκορεατών αθλητών στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες.

Η Σεούλ απάντησε προτείνοντας τη διεξαγωγή συνομιλιών υψηλού επιπέδου στις 9 Ιανουαρίου στο Πανμουντζόμ, ενώ η Νότια Κορέα και οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να μεταθέσουν τα ετήσια στρατιωτικά γυμνάσιά τους, τα οποία εξακολουθούν να προκαλούν την οργή της Πιονγκγιάνγκ, για μετά το τέλος των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων.

Αντικείμενο των συνομιλιών της Τρίτης θα είναι κυρίως η συμμετοχή της Πιονγκγιάνγκ στους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες που διεξάγονται τον ερχόμενο μήνα στη Νότια Κορέα.

Της βορειοκορεατικής αντιπροσωπείας θα ηγείται ο Ρι Σον-Γκουόν, επικεφαλής του βορειοκορεατικού τμήματος διακορεατικών υποθέσεων, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του νοτιοκορεατικού υπουργείου Ενοποίησης. Ο Ρι θα συνοδεύεται από τέσσερις αξιωματούχους, στους οποίους θα περιλαμβάνονται υπεύθυνοι για αθλητικά θέματα.

Ο ρόλος του νοτιοκορεατικού υπουργείου ενοποίησης

Οι εκατοντάδες εργαζόμενοι στο υπουργείο Ενοποίησης, που εδρεύει στο κέντρο της Σεούλ, είναι επιφορτισμένοι με την επίλυση όλων των ζητημάτων που σχετίζονται με τις «δια-Κορεατικές» σχέσεις και την ενοποίηση. Αποτελείται από διάφορα τμήματα, με αντικείμενο την στρατιωτική ανάλυση, τις διαπραγματεύσεις και τον διάλογο με τη Βόρεια Κορέα, τις οικονομικές συναλλαγές και την υποστήριξη προσφύγων, ενώ οι υπάλληλοί του είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις συνομιλίες Βορρά και Νότου στη δημιουργία του Βιομηχανικού Πάρκου της Κεσόνγκ.

Το υπουργείο ιδρύθηκε το 1969, με τη μορφή του Εθνικού Συμβουλίου Ενοποίησης, ένα κυβερνητικό σώμα δηλαδή που ήταν υπεύθυνο για όλα τα διακορεατικά θέματα και τις προσπάθειες ενοποίησης. Ήταν μια περίοδος μεγάλης έντασης στην Χερσόνησο, καθώς έναν χρόνο πριν βορειοκορεάτες κομάντος είχαν διεισδύσει στη Σεούλ, με την πρόθεση να δολοφονήσουν τον τότε πρόεδρο Παρκ Τσουνγκ Χιε. Κατάφεραν μάλιστα να φτάσουν μόλις 100 μέτρα από το Γαλάζιο Παλάτι, ωστόσο εντοπίστηκαν από τους νοτιοκορεάτες φρουρούς οι οποίοι άνοιξαν πυρ εναντίον τους, σκοτώνοντας τους περισσότερους εξ αυτών.

Εκείνη τη χρονιά, σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, εκατοντάδες βορειοκορεάτες αντάρτες είχαν περάσει την αποστρατικοποιημένη ζώνη και σύμφωνα με τα όσα υποστήριζαν Νοτιοκορεάτες αξιωματούχοι, στη Σεούλ είχε δημιουργηθεί η αίσθηση ότι ο Βορειοκορεάτης ηγέτης Κιμ Ιλ Σουνγκ είχε αλλάξει την πολιτική του και από τις ειρηνικές προσπάθειες ενοποίησης είχε προχωρήσει στη χρήση βίας για να το πετύχει.

Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση του Παρκ προσπαθούσε να διαβεβαιώσει τους συμμάχους της ότι ήταν δεσμευμένη σε μια ειρηνική επανένωση, ωστόσο ο ηγέτης της χώρας- που είχε πάρει την εξουσία έπειτα από ένα στρατιωτικό πραξικόπημα το 1961- αντιμετωπίζονταν ως ένας απρόβλεπτος και ευέξαπτος άνθρωπος, με την Ουάσινγκτον να φοβάται ότι τόσο ο Παρκ όσο και ο Κιμ ήταν πιθανό να πυροδοτήσουν έναν νέο πόλεμο στη χερσόνησο.

Παρ’ όλα αυτά, το 1972 και οι δύο Κορέες έπειτα από εντατικές διαπραγματεύσεις εξέδωσαν μια κοινή ανακοίνωση με την οποία δεσμεύονταν αμφότερες για μια ειρηνική επανένωση χωρίς στρατιωτικά μέσα και χωρίς να εξαρτώνται από τις ξένες δυνάμεις.  Σύμφωνα με έναν καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Σεούλ, αυτό ήταν το πρώτο επίσημο έγγραφο στο οποίο συμφώνησαν Πιονγκγιάνγκ και Σεούλ, από το 1945 όταν και έγινε η διαίρεση της χερσονήσου.

Με το ίδιο έγγραφο καθιερώθηκε και η απευθείας τηλεφωνική γραμμή των δύο χωρών, η οποία, με εξαίρεση ένα τετραετές διάλειμμα, χρησιμοποιούνταν συνεχώς, μέχρι που «κόπηκε» τον Φεβρουάριο του 2016.

Μια συμφωνία ορόσημο που υπέγραψαν οι ηγέτες τόσο της Βόρειας όσο και της Νότιας Κορέας κατά τη διάρκεια μιας περιόδου βελτιωμένων σχέσεων το 2000, άφηνε να εννοηθεί την δημιουργία ενός πιθανού μελλοντικού ομοσπονδιακού κράτος, με ελάχιστες ενδείξεις για το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό.

Η συμφωνία αυτή δέσμευε και τις δύο χώρες στο να προωθούν την ισορροπημένη ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας μέσω της οικονομικής συνεργασίας και με την τόνωση της συνεργασίας και των ανταλλαγών σε πολιτικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς, υγειονομικούς, περιβαλλοντικούς και άλλους τομείς.

Αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται «σταδιακή επανένωση», όπου ο Βορράς θα «λειτουργούσε ως αυτόνομη περιοχή υπό την κυρίαρχη διακυβέρνηση του Νότου», εκτιμά η αναλυτής  Anwita Basu, σημειώνοντας παράλληλα ότι κάτι τέτοιο θα ήταν απίθανο τη σημερινή εποχή, καθώς η «Βόρεια Κορέα αποποιείται τη Νότια Κορέα ως νόμιμο κράτος».

Αν και υπάρχουν παραδείγματα επανένωσης χωρών, όπως αυτό της Γερμανίας το 1990 ή και του Χονγκ Κονγκ, που το 1997 έφυγε από την αγγλική κυριαρχία και πέρασε στην Κίνα, ωστόσο δεν θεωρείται εφικτό ένα τέτοιο σενάριο σε ότι αφορά τον Βορρά και τον Νότο της Κορεατικής Χερσονήσου.

«Σε αυτή τη φάση η επανένωση μοιάζει με πολύ απομακρυσμένη προοπτική», σημειώνει η Basu, προσθέτοντας πως «η βασική ιδεολογική διαφορά των δύο κρατών καθιστά δύσκολη τη σύλληψη μιας αξιόπιστης στρατηγικής επανένωσης. Ο καθένας θέλει να φέρει τον άλλο κάτω από την ομπρέλα και την κυβέρνησή του».

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον Κιμ Γιονγκ Ουν να παραδίδει τον έλεγχο και να επιτρέπει η χώρα του να «απορροφηθεί» από τη Νότια Κορέα, ακόμη κι αν εξασφαλίσει έναν μεγάλο βαθμό αυτονομίας. Ούτε όμως και τα 51 εκατομμύρια Νοτιοκορεατών μοιάζουν διατεθειμένοι να γίνουν μέρος μιας ενωμένης Κορέας υπό τον Κιμ.

 

cnn

 



Source link